επιχορήγηση

η
1. πρόσθετη, ειδική οικονομική ενίσχυση
2. χρηματική ενίσχυση που παρέχεται εφάπαξ ή σε τακτές περιόδους σε ιδρύματα ή πρόσωπα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στον λόγιο τ. επιχορήγησις μαρτυρείται από το 1856 στο Λεξικόν Γαλλοεληνικόν και Ελληνογαλλικόν τού Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιχορήγηση — η 1. η επιπλέον χορήγηση και παροχή, πρόσθετη αμοιβή. 2. χρηματική ενίσχυση που χορηγείται μια φορά ή κάθε μήνα ή κάθε χρόνο σε ιδρύματα ή πρόσωπα: Η επιχορήγηση των αθλητικών σωματείων από τα παιχνίδια του ΟΠΑΠ. 3. το χρηματικό ποσό που πληρώνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιχορηγήσῃ — ἐπιχορηγέω supply aor subj mid 2nd sg ἐπιχορηγέω supply aor subj act 3rd sg ἐπιχορηγέω supply fut ind mid 2nd sg ἐπιχορηγέω supply aor subj mid 2nd sg ἐπιχορηγέω supply aor subj act 3rd sg ἐπιχορηγέω supply fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριμοδότηση — η, Ν [πριμοδοτώ] 1. (οικον.) η παροχή χρηματικής αμοιβής για ενθάρρυνση ή στήριξη μιας δραστηριότητας, αλλ. επιχορήγηση 2. φρ. α) «πριμοδότηση εξαγωγών» (οικον.) i) η εκ μέρους τού κράτους κάλυψη μέρους τού κόστους παραγωγής εξαγώγιμων προϊόντων… …   Dictionary of Greek

  • Πατριωτικό Ίδρυμα — Σωματείο που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1915 από τη βασίλισσα Σοφία. Η αρχική του ονομασία ήταν «Πατριωτικός Σύνδεσμος Ελληνίδων». Σκοπός του ήταν η περίθαλψη των οικογενειών των επιστράτων. Το 1917 αναδιοργανώθηκε με την ονομασία «Πατριωτικόν Ίδρυμα …   Dictionary of Greek

  • Τσαϊκόφσκι, Πιοτρ Ίλιτς — (Βοτκίνσκ 1840 – Πετρούπολη 1893). Ρώσος συνθέτης. Γιος του Ιλία Πέτροβιτς, ορυκτολόγου μηχανικού, και της Αλεξάνδρας Αντρέγεβνα Ασιέ, από την οποία ο Τ. πήρε μερικά στοιχεία του χαρακτήρα του, τη λεπτή ευαισθησία του και τη βασανιστική νεύρωσή… …   Dictionary of Greek

  • God Save the Queen — This article is about the anthem. For other uses, see God Save the Queen (disambiguation). God Save the Queen Publication of an early version in The Gentleman s Magazine, 15 October 1745. The title, on the Contents page, is given as God save our… …   Wikipedia

  • έξοδος — Το δεύτερο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο αφηγείται την Έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο ύστερα από αιώνες δουλείας. Τα γεγονότα που αναφέρει η Έ. διαδραματίστηκαν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ειδικών μελετητών, περίπου τον 13o αι. π …   Dictionary of Greek

  • αεροναυτική — Σύνολο πειραματικών δεδομένων, τεχνικών εφαρμογών και ποικίλων δραστηριοτήτων, οι οποίες συνδέονται με τις συνθήκες που επιτρέπουν στον άνθρωπο να μετακινείται μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα με συσκευές που κατασκευάζονται γι’ αυτό τον σκοπό. Τo… …   Dictionary of Greek

  • διάμετρον — διάμετρον, το (Α) [μέτρον] η καθορισμένη επιχορήγηση και κυρίως το σιτηρέσιο τού στρατιώτη …   Dictionary of Greek

  • εμπόριο — Οικονομική ασχολία η οποία, μέσω πράξεων αγοραπωλησίας, μεταβιβάζει τα αγαθά των παραγωγών στους καταναλωτές (ή άλλους παραγωγούς) στην ποσότητα, στον τόπο και στη στιγμή που χρειάζονται. Βασική είναι η διάκριση ανάμεσα σε εσωτερικό και σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.